Βασικές Έννοιες
Σύμφωνα με τον ορισμό της Οδηγίας Solvency II[1] και τον ν. 4364/2016, που εναρμόνισε το ελληνικό δίκαιο (Νόμος για την Εποπτεία Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων, εφεξής ΝΕΑΕ[2], χρηματοπιστωτική επιχείρηση είναι το πιστωτικό ίδρυμα, το χρηματοδοτικό ίδρυμα, η επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών, η Ασφαλιστική Επιχείρηση (εφεξής ΑσφΕ)[3], η αντασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική εταιρία συμμετοχών, η επιχείρηση επενδύσεων[4], η Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής ΑΕΠΕΥ)[5], η χρηματοοικονομική εταιρία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας[6] και η Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (εφεξής ΑΕΔΑΚ)[7].
Θα αναφερθούμε μόνο στα πιστωτικά ιδρύματα, στις ΑσφΕ, στις ΑΕΠΕΥ και στις ΑΕΔΑΚ, προκειμένου να εντοπίσουμε εκ πρώτης όψεως ρυθμιστικές ομοιομορφίες που παρουσιάζουν και τα όρια αυτών, αλλά και τη φύση τους, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της συνεργασίας των διαφορετικών αυτών ειδών χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μεταξύ τους. Χωρίς να πάρουμε θέση αν η ρυθμιστική ομοιομορφία είναι ο κύριος λόγος της διεύρυνσης των συνεργασιών των επιχειρήσεων αυτών, είναι γεγονός ότι η ομοιομορφία και η σύγκλιση των κανόνων διευκολύνει τη διακίνηση των επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα διαφορετικών υπηρεσιών/προϊόντων, αλλά και τις εποπτικές Αρχές. Έτσι, θα πρέπει πρώτα να αντιπαραβάλουμε τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, καθόσον τα μεν πιστωτικά ιδρύματα (όταν ασκούν επενδυτικές υπηρεσίες), οι ΑΕΠΕΥ και οι ΑΕΔΑΚ παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες με χρήση χρηματοπιστωτικών μέσων, οι δε ΑσφΕ παράγουν και πωλούν ασφαλιστικά προϊόντα.
Οι προστατευτικές για τον πελάτη ρυθμίσεις, όπως διαμορφώνονται σήμερα, δεν αγγίζουν κατ’ αρχήν την λεγόμενη κατασκευή/παραγωγή του προϊόντος/υπηρεσίας– δηλαδή, για τις επιχειρήσεις στις οποίες αναφερόμαστε, την αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και την χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό (πιστωτικά ιδρύματα), την ασφάλιση, τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων (Α/Κ) και πώληση μεριδίων, αλλά και τις επενδυτικές υπηρεσίες που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα. Τούτο με την έννοια ότι, π.χ. η ρυθμιστική προσέγγιση στην παραγωγή ασφάλισης ή στην διαχείριση Α/Κ δεν έχει ως αποτέλεσμα την δυνατότητα «ανταλλαγής» παραγωγών ή διεύρυνσης των εργασιών τους σε άλλους τομείς. Τα χρηματοπιστωτικά μέσα (κινητές αξίες[8], μέσα χρηματαγοράς, μερίδια Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (εφεξής ΟΣΕΚΑ), swaps, forward-rate agreements, forwards, παράγωγα μέσα για τη μετακύλιση του πιστωτικού κινδύνου, contracts for differences) είναι μέσα/οχήματα επένδυσης που επιφέρουν κέρδη, αλλά και απώλειες που εξαρτώνται από τις διακυμάνσεις της αγοράς αυτών, ενώ τα ασφαλιστικά προϊόντα είναι υπόσχεση κάλυψης κινδύνου, το τίμημα του οποίου αναλώνεται κατ’ αρχήν με τη λήξη της χρονικής διάρκειας της κάλυψης, και όχι οχήματα επένδυσης[9]. Οι ασφαλίσεις, όπου είναι βέβαιο ότι (σε αβέβαιο χρόνο) θα πληρώσει ασφάλισμα η ΑσφΕ[10], έχουν για τον δικαιούχο εν μέρει αποταμιευτικό χαρακτήρα, αλλά όχι επενδυτικό, ενώ, αν προβλέπεται στο ασφαλιστήριο συμμετοχή στα τυχόν κέρδη από τις επενδύσεις στις οποίες προβαίνει η ΑσφΕ σε αυτού του είδους τις ασφαλίσεις, τούτο είναι κάτι δευτερεύον, που δεν προσδίδει συνολικά χαρακτήρα επενδυτικό στο ασφαλιστήριο. Μόνο τα επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση (Insurance Based Investment Products, εφεξής IBIPs[11]) και τα συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές που βασίζονται σε ασφάλιση (Packaged Retail and Insurance Based Investment Products, εφεξής PRIIPs[12]) πωλούνται συνδυαστικά ως ένα προϊόν επένδυσης και ασφάλισης και όπου ορισμένες εκδηλώσεις, κυρίως αναφορικά με τις προσυμβατικές πληροφορίες, ρυθμίζονται με οριζόντια διατομεακή νομοθεσία. Όμως, η ρυθμιστική προσέγγιση, εν προκειμένω στην παροχή συνδυασμένου προϊόντος, περιορίζεται και πάλι στο επίπεδο της παρουσίασης και των πωλήσεων.
Θα πρέπει, επίσης, να αντιπαραβάλουμε και τις ρυθμίσεις σχετικά με τις απαιτήσεις, που προβλέπονται για τα πρόσωπα που ασχολούνται με τις δραστηριότητες των εν λόγω χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, καθόσον τα πρόσωπα αυτά και την συμπεριφορά τους αντιμετωπίζουν οι πελάτες/ καταναλωτές, η προστασία των οποίων είναι προτεραιότητα των ρυθμίσεων.
Γενικά, Πεδίο Συνεργασίας και Όριο αυτής
- Ίδιας φύσης επενδυτικές δραστηριότητες μπορούν να ασκούν τόσο τα πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, όσο και οι επενδυτικές επιχειρήσεις, οι ΑΕΠΕΥ, οι ΑΕΔΑΚ και οι εταιρίες χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας. Διέπονται, δε, από συγγενείς κανόνες και εποπτεύονται από την ΤτΕ ή/και την ΕΚΤ. Αυτά όμως κάθε άλλο παρά νέα εξέλιξη αποτελούν. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν και τα πιστωτικά ιδρύματα μπορεί να παρέχουν αμιγώς επενδυτικές υπηρεσίες, ενώ και οι ΑσφΕ μπορεί να παρέχουν επενδυτική υπηρεσία άλλης χρηματοπιστωτικής επιχείρησης ή και δική τους (μεταβλητό κεφάλαιο που έχουν παρασκευάσει), αλλά μόνο σε σύνδεση με ασφάλιση, συνήθως «πακεταρισμένη ως ένα προϊόν». Ο ενωσιακός νομοθέτης θέλει να κάνει τη λιγότερη δυνατή επέμβαση στην ελευθερία των χρηματο πιστωτικών επιχειρήσεων να δημιουργούν προϊόντα και οι νέες ρυθμίσεις για τα μεικτά προϊόντα των Κανονισμών PRIIPs/ Key Information document (εφεξής KID) και IBIPs που εισάγει, είναι μεν μακροσκελέστατες και αναλυτικότατες, αλλά περιορισμένες στην θεματική των συνηθισμένων απαιτήσεων του καταναλωτικού δικαίου, κυρίως σε ζητήματα πληροφόρησης του πελάτη/καταναλωτή, χωρίς να περιλαμβάνουν καμία αναφορά στους εφαρμοστέους συμβατικούς ή εποπτικούς κανόνες. Δεδομένου όμως ότι παραγωγός/συμπαραγωγός των εν λόγω προϊόντων πρέπει να είναι πάντα και ΑσφΕ και ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή επί των Ασφαλίσεων κ.λπ. (European Insurance and Occupational Pensions Authority, εφεξής ΕΙΟΡΑ) εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τα προϊόντα αυτά και έχει εποπτική αρμοδιότητα, όπως βέβαια και η ΤτΕ, και δεδομένης της ανάγκης ένταξής τους σε εποπτικό νομοθετικό πλαίσιο, αυτό είναι ο ΝΕΑΕ/ Solvency II[13]. Τούτο, γιατί μια ΑσφΕ πρέπει να διέπεται από την ασφαλιστική νομοθεσία, έστω και για μεικτό προϊόν, που περιέχει επενδυτική υπηρεσία η οποία παρέχεται από κοινού με άλλη επιχείρηση. Αρα, πρέπει να εντάσσεται σε ταξινομημένο ασφαλιστικό κλάδο, που εν προκειμένω είναι ο κλάδος III (ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις), γιατί μόνο αυτός αρμόζει στα προϊόντα αυτά. Αρα, η ΑσφΕ που παράγει/συμπαράγει τα μεικτά προϊόντα πρέπει να έχει άδεια λειτουργίας του κλάδου III.
Τα εν λόγω στεγανά που δημιουργεί η νομοθεσία και που δεν επιτρέπουν σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση, πλην της ΑσφΕ, να αναλάβει την παροχή ασφάλισης, έστω και ως δευτερεύον στοιχείο ενός μεικτού επενδυτικού/ασφαλιστικού προϊόντος, αλλά, αντίστροφα, της επιτρέπουν να αναλάβει την σχετική παροχή, δεν την εμποδίζουν να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες μη αυτοτελώς, όταν δηλαδή είναι συνδεδεμένες με ασφάλιση ως ένα προϊόν. Τούτο γιατί δεν αναλαμβάνει επιχειρηματικό κίνδυνο επενδυτικής επιχείρησης, πράγμα που θα αντέβαινε στην αποκλειστικότητα του σκοπού της, ενώ, αν εγγυηθεί κάποια παροχή, θα πρέπει να έχει προβεί σε σχηματισμό τεχνικών προβλέψεων. Τούτο οφείλεται στην αξεπέραστη μοναδικότητα των εποπτικών κανόνων της ΑσφΕ, ποο υπαγορεύει η διαφορετική φύση της παροχής κάλυψης κινδύνων του πελάτη, οι οποίοι μεταφέρονται στην ΑσφΕ, από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών[14]. Έτσι, η διατομεακή νομοθεσία που αφορά τα ρυθμισμένα συνδεδεμένα με ασφάλιση επενδυτικά μεικτά προϊόντα, αλλά και γενικά η ομοιομορφία και η σύγκλιση των ρυθμιστικών κανόνων των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων που εξετάζουμε, περιορίζεται κατά το ένα μέρος κυρίως στο επίπεδο της παρουσίασης και των πωλήσεων, αλλά και εν μέρει στην λεγόμενη νομική, όχι όμως στην χρηματοοικονομική εποπτεία. Κατά το άλλο μέρος, περιορίζεται στις οργανωτικές απαιτήσεις διακυβέρνησης των εν λόγω επιχειρήσεων, η σύγκλιση των οποίων αποτελεί μεν σημαντική παρέμβαση στη λειτουργία τους, αλλά όχι στην δημιουργία των προϊόντων τους.
Ανεξαρτήτως των ως άνω, οι διαφορετικές ρυθμιστικές οδοί της επενδυτικής δραστηριότητας, με την δημιουργία ειδικών απαιτήσεων για τα μεικτά προϊόντα[15], ξεχωριστά από τις ρυθμίσεις της MiFID II, δικαιολογούνται και από το ότι η επενδυτική δραστηριότητα που ασκεί η ΑσφΕ είναι περιορισμένη, αφορά ένα μικρό μέρος της δραστηριότητάς της και ασκείται με δικούς της κανόνες, όμοιου πάντως επιπέδου προστασίας των επενδυτών/ ασφαλισμένων της με αυτών της MiFID II, προσαρμοσμένων στην περιορισμένη γκάμα επενδυτικών υπηρεσιών, που συνήθως μπορεί να συσκευαστούν σε ένα μεικτό προϊόν που αποτελείται από επένδυση και ασφάλιση[16].
- Οι διαφορές της φύσης των επενδυτικών με τις ασφαλιστικές υπηρεσίες, εκδηλώνονται σε κάθε βήμα, χωρίς τούτο να εμποδίζει τις συνέργειες. Οι αμιγώς επενδυτικές υπηρεσίες δεν διέπονται από ειδικές διατάξεις για τους «επενδυτικούς διαμεσολαβητές», όπως συμβαίνει με τους διαμεσολαβητές ασφαλιστικών προϊόντων, πράγμα που οφείλεται στην διαφορετική φύση των υπηρεσιών. Όμως, οι απαιτήσεις γνώσεων, ικανοτήτων και εντιμότητας των φυσικών προσώπων που απασχολούνται σε ΑΕΠΕΥ, τράπεζες, ΑσφΕ (και άλλους παρόχους επενδυτικών υπηρεσιών) σε επενδυτικές εργασίες, αντιστοιχούν σε γενικές γραμμές στις απαιτήσεις γνώσεων, ικανοτήτων και εντιμότητας των μελών της διοίκησης και υπαλλήλων, που ασχολούνται με την διαμεσολάβηση σε ΑσφΕ ή σε ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές. Η ομοιότητα των ουσιαστικών προϋποθέσεων διευκολύνει τη συνεργασία, σε επίπεδο πωλήσεων, καθώς κάθε χρηματοπιστωτική επιχείρηση μπορεί να γίνει ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, παράλληλα με το κύριο αντικείμενο εργασίας της.
Διαφορές, σε γενικές γραμμές, μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ΑΕΠΕΥ και των ΑσφΕ υπάρχουν ως προς την ratio της ομοιόμορφης, προστατευτικής των συμφερόντων των πελατών/καταναλωτών απαίτησης προσυμβατικής ενημέρωσης. Για τα πιστωτικά ιδρύματα, ratio της προσυμβατικής ενημέρωσης είναι η ανάκτηση δανείων τους με το λιγότερο επώδυνο τρόπο για τους δανειολήπτες (κριτήρια κοινωνικά και οικονομικά). Για τις επενδυτικές δραστηριότητες, ratio είναι να μη χάνει ο επενδυτής ό,τι έχει επενδύσει, ενώ για τον ασφαλισμένο ratio της προσυμβατικής ενημέρωσης είναι η μη υποβάθμιση και ο μη περιορισμός της ασφαλιστικής κάλυψης. Διαφορές υπάρχουν και ως προς τον κύριο σκοπό, αφενός της MiFID II και MiFIR, που είναι η εμπιστοσύνη των επενδυτών στους εκδότες τίτλων και, αφετέρου, της Solvency II και της NIDD, που είναι, κυρίως, η προστασία των ασφαλισμένων.
- Τις σημαντικές συγκλίσεις των βασικών ρυθμίσεων των επί μέρους τομέων των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων των τελευταίων χρόνων θα μπορούσαμε να τις κατατάξουμε στην «κατηγορία» των πελατοκεντρικών απαιτήσεων[17]. Ανεξάρτητα των συνεργείων, η ομοιομορφία των απαιτήσεων περιλαμβάνει και τη διακυβέρνηση, καθώς και την εποπτεία αυτών. Οι απαιτήσεις σχετικά με τη σύνταξη εγγράφου βασικών πληροφοριών, την πολιτική αιτιάσεων/παραπόνων των πελατών, την αγορά στόχο, τη γνωστοποίηση του κόστους των υπηρεσιών, την παροχή συμβουλών και «προειδοποιήσεων» προς αποφυγή λαθεμένων επιλογών, τη δήλωση καταλληλόλητας της υπηρεσίας/ προϊόντος, τις διασταυρωμένες πωλήσεις, το καθήκον των επιχειρήσεων να ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών, τη δημοσιότητα των διοικητικών κυρώσεων που επιβάλλονται, καθώς και – πέραν αυτών – οι κώδικες δεοντολογίας, η διαπίστωση των «στενών δεσμών», οι κανόνες διαφάνειας, οι οργανωτικές απαιτήσεις, οι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης, το επαγγελματικό απόρρητο, ζητήματα εγγραφής στο επαγγελματικό μητρώο, έχουν μεγάλη ομοιότητα, ποο έχει φέρει κοντά τους τομείς, πράγμα που διευκολύνει την συνεργασία κυρίως στο επίπεδο των πωλήσεων. Πάντως, οι θεσμικές συνεργασίες και οι κοινές/ ομοιόμορφες θεσμικές ρυθμίσεις για τα διάφορα είδη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων θα πρέπει να γίνονται από την αρμόδια εποπτική Αρχή ή με τη σύμπραξή της, ώστε να αποφεύγεται αρμόδιοι του ενός τομέα να «μιλούν νομοθετώντας» για τον έτερο τομέα, όπου άλλοι είναι νόμιμα αρμόδιοι[18].
- Ειδική περίπτωση αποτελεί η αντιπροσώπευση στην προώθηση/πώληση υπηρεσιών και προϊόντων. Όσον αφορά τις επενδυτικές υπηρεσίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ΑΕΠΕΥ, ΑΕΕΔ[19], προβλέπεται η δυνατότητα τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων, προώθησης των επενδυτικών υπηρεσιών τους, λήψης και διαβίβασης εντολών, παροχής συμβουλών σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα από Συνδεδεμένους Αντιπροσώπους[20]. Το βασικό αντικείμενο της εργασίας του Συνδεδεμένου Αντιπροσώπου δεν διαφέρει αυτού που μπορεί να διαμορφώσει συμβατικά με την ΑσφΕ ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής (Ασφ. Δισμ.), βσσικύ έργο του οποίου είναι η παροχή συμβουλών, προτάσεων και η προπαρασκευή για τη σύναψη, αλλά και η σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, κ.λπ. Όμως, υπάρχουν μικρές, αλλά θεμελιώδεις διαφορές, που εν μέρει δικαιολογούνται από την διαφορετική φύση του αντικειμένου αντιπροσώπευσης-
Έτσι, η εγγραφή του Συνδεδεμένου Αντιπροσώπου στο μητρώο γίνεται από ΑΕΠΕΥ, τράπεζα ή ΑΕΕΔ, με προϋπόθεση να την αντιπροσωπεύει. Δεν μπορεί να εγγραφεί αν δεν αντιπροσωπεύει ένα από τα ως άνω ιδρύματα/εταιρίες, αντίθετα από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που εγγράφεται ο ίδιος, χωρίς ανάγκη «χειραγώγησης» από ΑσφΕ (stand-alone). Υπάρχει ομοιότητα των επαγγελματικών απαιτήσεων μεταξύ Συνδεδεμένου Αντιπροσώπου και Ασφαλιστικού Διαμεσολαβητή, αλλά όχι ταύτιση. Ο Συνδεδεμένος Αντιπρόσωπος υπάρχει μόνο όταν υπάρχει σύνδεση με αντιπροσωπευόμενη ΑΕΠΕΥ και ΑΕΕΔ[21] ή αντίστοιχα μόνο με πιστωτικά ιδρύματα.[22] και διαγράφεται από το μητρώο όταν λήξει η συνεργασί των ρυθμιστικών στεγανών μεταξύ διαφόρων ειδών χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, αλλά στην αλλοίωση της ταυτότητας της ειδικής νομοθεσίας και εποπτείας.
α. Για τον Συνδεδεμένο Αντιπρόσωπο δεν προβλέπεται ειδική διάταξη για την επαγγελματική του ευθύνη. Εκ του νόμου, ενεργεί υπό την «πλήρη και άνευ όρων ευθύνη της ΑΕΠΕΥ», αλλά η σειρά των αρνητικών προϋποθέσεων για την πιστοποίηση καταλληλότητας, που παραπέμπει σε σειρά διοικητικών κυρώσεων για την παραβίαση διατάξεων του ν. 4514/2018 (MiFID II), δίνει έμμεσα το αυξημένο μέτρο ευθύνης του. Αντίθετα, για τον Ασφαλιστικό Διαμεσολαβητή δεν προβλέπεται ειδική διάταξη για την επαγγελματική του ευθύνη, υπέχει όμως σοβαρές διοικητικές κυρώσεις για την παράβαση του NIDD. Σε αντιδιαστολή με τον Συνδεδεμένο Αντιπρόσωπο, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν ενεργεί εκ του νόμου υπό την ευθύνη της ΑσφΕ, αλλά τούτο εξαρτάται από τη διαμόρφωση των συμβατικών σχέσεων. Ο νόμος δεν εισάγει περιορισμό ως προς τον τύπο του νομικού προσώπου που πρέπει να έχει ο Συνδεδεμένος Αντιπρόσωπος ούτε ασυμβίβαστα με άλλες δραστηριότητες. Η βασική διαφορά μεταξύ τους είναι ότι μόνο ο Ασφαλιστικός Διαμεσολαβητής είναι θεσμοθετημένο επάγγελμα τομέα της οικονομίας, που οργανώνεται σε επαγγελματικές ενώσεις, ρυθμίζεται ειδικά και διεξοδικά, έχει ειδική προσωπική ευθύνη, ανεξάρτητα από αυτήν της ΑσφΕ. Αλλά αυτές οι διαφορές δεν εμποδίζουν την συνεργασία των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μέσω των προσώπων αυτών, αφού τόσο ο Συνδεδεμένος Αντιπρόσωπος μπορεί να διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα, αν έχει την πιστοποίηση, όσο και ο Ασφαλιστικός Διαμεσολαβητής μπορεί να κάνει τις εργασίες του Συνδεδεμένου Αντιπροσώπου, αν έχει την πιστοποίηση[23].
- Οι χρηματοπισταπτκές επιχειρήσεις έχουν διαμορφώσει και πωλούν μεγάλη ποικιλία συνδυασμών χρηματοπιστωτικών μέσων, αλλά και ασφαλίσεων, των οποίων τα ασφαλίσματα είναι εκπεφρασμένα σε αξίες ποο είναι εκτεθειμένες σε διακυμάνσεις της αγοράς[24]. Οι δε επενδυτικές υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται από ένα πιστωτικό ίδρυμα, μία ΑσφΕ, μία ΑΕΠΕΥ, μία ΑΕΔΑΚ ή άλλη χρηματοπιστωτική επιχείρηση και να πωλούνται από μία απ’ αυτές συνδυαστικά ως πακέτα {μεικτά προϊόντα) σε μικροεπενδυτές[25]. Ο Κανονισμός για τα PRIIPs (και ο KID ποσ ακολούθησε) αφορά αυτά τα μευχτά προϊόντα και σκοπεύει στην προστασία των αγοραστών τους από τον κίνδυνο να μην κατανοούν τι αγοράζουν, πράγμα που είχε διαπιστωθεί ότι συνέβαινε στο παρελθόν, με αποτέλεσμα, σε ενωσιακό επίπεδο, οι ενώσεις καταναλωτών και οι πολιτικοί να οδηγηθούν στην υιοθέτηση του Κανονισμού. Ο Κανονισμός PRIIPs έγινε χωρίς να εισαχθεί καμία ρύθμιση που θα περιόριζε την ελευθερία διαμόρφωσης των προϊόντων, ούτε καν να συνδεθεί ο Κανονισμός με ενωσιακές εποπτικές απαιτήσεις. Αποτελεί μεν ο PRIIPs και ο KID την πρώτη οριζόντια διατομεακή νομοθεσία που καλύπτει τα τραπεζικά, επενδυτικά και ασφαλιστικά προϊόντα, αλλά μόνο στο μορφότυπο και το περιεχόμενο του εγγράφου βασικών πληροφοριών που πρέπει να δίδει ο παραγωγός προϊόντος PRIIPs- δηλαδή, αποτελεί εκδήλωση της συνέργειας των χρηματοπιστωτικών τομέων, στο επίπεδο των πωλήσεων. Το έγγραφο βασικών πληροφοριών περιέχει πολύ εξειδικευμένες πληροφορίες, που επικεντρώνονται στο προϊόν και δεν ταυτίζονται με αυτές που προβλέπει για τις επενδυτικές υπηρεσίες η MiFID II, η Οδηγία NIDD και ο Κανονισμός ΙΒΙΡs ως προς τις απαιτήσεις πληροφόρησης για να επιλέξουν το προϊόν οι πελάτες. Οι απαιτήσεις των PRIIPs/KID, αφορούν τις πωλήσεις του προϊόντος και όχι τον τρόπο παραγωγής/σύνθεσής του.
Όταν το προϊόν PRIIPs περιέχει ασφάλιση, θα είναι ένα προϊόν ΙΒΙΡs για μικροεπενδυτές. Αρα, θα πρέπει ο πωλητής του να πληροί τις απαιτήσεις γνώσεων, ικανοτήτων, εντιμότητας, φήμης και πληροφόρησης του πελάτη, θα πρέπει να έχει πιστοποιητικό επαγγελματικών γνώσεων[26] και, επιπλέον, αν το προϊόν περιέχει μία από τις επενδυτικές υπηρεσίες του άρθρ. 93 ν. 4514/2018 (MiFID II)[27], θα πρέπει να κατέχει το πιστοποιητικό καταλληλότητας[28]. Οι ως άνω απαιτήσεις ισχύουν, καθ’ ότι οΚανονισμός δεν έχει σκοπό να περιορίσει την προστασία εκ μόνου του λόγου ότι τα μεικτά προϊόντα απευθύνονται σε μικροεπενδυτές και είναι συσκευασμένα. Όμως, η διαμόρφωση και δομή των πληροφοριών των PRIIPs/ KID, στοχεύουν στο επενδυτικό σκέλος και δεν έχουν ενταχθεί σε ένα ενιαίο πληροφοριακό δελτίο που να περιλαμβάνει το επενδυτικό και το ασφαλιστικό σκέλος, το οποίο να αντιπροσωπεύει πράγματι το μεικτό προϊόν.
Οι ρυθμίσεις των IBIPs που περιέχει η Οδηγία NIDD και ο ομώνυμος κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός εισάγουν περιορισμένες διατάξεις του αντικειμένου της MiFID II, όχι γιατί κτίζονται στεγανά στην ρύθμιση της ίδιας υπηρεσίας όταν παρέχεται από διαφορετική χρηματοπιστωτική επιχείρηση (την ΑσφΕ), αλλά επειδή η Οδηγία NIDD και ο Κανονισμός IBIPs απευθύνονται σε και έχουν παρασκευαστεί για διαφορετική αγορά με διαφορετικά τυπολογικά στοιχεία απ’ ό,τι η Οδηγία MiFID II. Δεν αγοράζει κάποιος ΙΒΙΡs με κύριο σκοπό να κάνει επένδυση, ώστε να πρέπει/αρμόζει να μεταφερθούν οι διατάξεις της MiFID II στα ασφαλιστικά προϊόντα IBIPs. Δηλαδή, δεν αγοράζει χρηματοπιστωτικό μέσο, αλλά αγοράζει ασφαλιστικό προϊόν, για να καλύψει τις ασφαλιστικές του ανάγκες και, παρεμπιπτόντως, επενδύει σε συνδεδεμένο κατά την πώληση επενδυτικό προϊόν. Ο Ευρωπαίος νομοθέτης δεν θέλησε να αλλοιώσει τα βασικά χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού προϊόντος ΙΒΙΡs και γι’ αυτό, αλλά και για τη διατήρηση των ορίων των χρηματοπιστωτικών τομέων μεταξύ τους, άφησε τα IBIPs εκτός του ρυθμιστικού πλαισίου της MiFID II. Άλλωστε, οι έννοιες και οι ρυθμίσεις της MiFID II μικρή σχέση έχουν με το επενδυτικό στοιχείο του προϊόντος ΙΒΙΡs, κατά τον τύπο του και εν όψει του ότι ως ασφαλιστικό προϊόν δεν το αγοράζει κανείς ως δραστηριότητα Β2Β ή/και για να το συνδυάσει με μεγαλοεπένδυση, που επίσης είναι το αντικείμενο των ρυθμίσεων της MiFID II. Μάλιστα, η ΑσφΕ για τεχνικούς λόγους αποφεύγει να πουλήσει ασφάλιση ζωής αν διαφαίνεται πρόθεση του πελάτη να κάνει business με αυτήν. Και ενώ η βασική και η δευτερογενής νομοθεσία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων έχει μικρές διαφορές στις επενδυτικές δραστηριότητες μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επενδυτικών επιχειρήσεων, απομονώνει και αφήνει εκτός των ρυθμίσεών της τις ΑσφΕ, ακόμα και όταν πωλούν IBIPs[29]. Τούτο όμως δεν έχει σχέση με την σύγκλιση και την ομοιομορφία των ρυθμίσεων που αποτυπώνεται στα ξεχωριστά νομοθετήματα και την εν πολλοίς ταύτιση των προσυμβατυχών απαιτήσεων πληροφόρησης, που είναι το σημαντικό στοιχείο που διευκολύνει την συνεργασία των διαφορετικών κατηγοριών χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στο πεδίο της παρουσίασης και πώλησης απλών ή μεικτών προϊόντων.
Παρά όμως την σύγκλιση των ρυθμίσεων, εισάγονται και αποκλίσεις, που δεν μαρτυρούν μεν αντίθετη τάση, αλλά περισσότερο ότι η σύγκλιση των ρυθμίσεων δεν αποτελεί αυτοτελή πολιτική και στόχο του ρυθμιστή και του νομοθέτη. Η σύγκλιση των απαιτήσεων για τα ως άνω πρόσωπα προέρχεται από ενωσιακές διατάξεις και υλοποιείται και με τις εθνικές/μη εναρμονισμένες προβλέψεις για τις προϋποθέσεις χορήγησης του πιστοποιητικού καταλληλότητας των φυσικών προσώπων, με τα οποία (σύμφωνα με το άρθρ. 93 ν. 4514/2018, που δεν περιέχει η MiFID II) οι ΑσφΕ και άλλα 8 είδη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων προβαίνουν στις επενδυτικές δραστηριότητες που προβλέπει[30], μεταξύ των οποίων και η διάθεση μεριδίων ΟΣΕΚΑ. Ομως, η επενδυτική δραστηριότητα δεν μπορεί να πουληθεί αυτοτελώς από ΑσφΕ, αλλά μόνο ως ΙΒΙΡs ή PRIIPs και τούτο γιατί το αντίθετο αντιβαίνει στον αποκλειστικό σκοπό των ΑσφΕ[31]. Οι προϋποθέσεις πιστοποίησης καταλληλότητας των ως άνω προσώπων προβλέπονται με απόφαση της
Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς[32] για τις επενδυτικές επιχειρήσεις και με άλλη κοινή των ΤτΕ & Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς[33] για τις επενδυτικές δραστηριότητες, που ασκούν πιστωτικά ιδρύματα και ΑσφΕ. Και ενώ ο ν. 4514/2018 στο ως άνω άρθρ. 93 § 5 αναφέρεται σε κοινή Απόφαση της ΤτΕ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που θα καθορίζει τα σχετικά με την πιστοποίηση καταλληλότητας των φυσικών προσώπων για πιστωτικά ιδρύματα και ΑσφΕ, η Κοινή Απόφαση αναφέρεται μόνο στα πιστωτικά ιδρύματα και όχι στις ΑσφΕ. Εάν δε η επενδυτική υπηρεσία περιλαμβάνει και διανομή επενδυτικών προϊόντων βασισμένων σε ασφάλιση, εφαρμόζεται και η ΠΕΕ 153/8.1.2019 της ΤτΕ για πιστοποίηση των διανομέων μεικτών επενδυτικών/ασφαλιστικών προϊόντων. Η έκδοση τριών κανονιστικών πράξεων παρόμοιων, που δεν ταυτίζονται πλήρως, από δύο διαφορετικές εποπτικές Αρχές, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επισήμανση της εισηγητικής έκθεσης ότι οι επενδυτικές δραστηριότητες στις τράπεζες είναι περιστασιακές και όχι μόνιμες, όπως στις επενδυτικές επιχειρήσεις. Πάντως, η ξεχασμένη από το νομοθέτημα (Κοινή απόφαση) ΑσφΕ δεν είναι και «ορφανή», γιατί οι προϋποθέσεις, προσόντα, γνώσεις, εντιμότητα, η πιστοποίηση και οι σχετικές εξετάσεις προβλέπονται ειδικά από το NIDD και το παράρτημά του, XIII.
Σε κάθε περίπτωση, παρά τον κατακερματισμό των εποπτικών Αρχών και της δευτερογενούς νομοθεσίας, οι Κανονισμοί PRIIPs, KID, IBIPs και η Οδηγία NIDD με τις ρυθμίσεις τους, όχι μόνο επιτρέπουν την συνεργασία στις πωλήσεις, αλλά και την προάγουν.
Η ασφάλιση ζωής που συνδέεται με επενδύσεις μπορεί – και είναι το συνήθως συμβαίνον να συνδέεται με επένδυση σε χρηματοπιστωτικό μέσο. Το γνωστό και πιο σύνηθες μέσο, σε βαθμό μονοπώλησης, είναι τα μερίδια Α/Κ. Η «συνάντηση» ΑσφΕ και ΑΕΔΑΚ ταξινομήθηκε ως ασφαλιστικός κλάδος το 1985[34] και θεσμοθετήθηκε αναλυτικά το 1996[35]. Η ΑσφΕ μπορεί να παρέχει Α/Κ ΑΕΔΑΚ ή να παρέχει η ίδια επενδυτική υπηρεσία (εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο), αλλά μόνο σε συνδυασμό με ασφάλιση ζωής του κλάδου III. Το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο δε ρυθμίζεται από τη νομοθεσία ΟΣΕΚΑ[36], γιατί δεν πωλείται αυτοτελώς σε τρίτους, παρά μόνο στους ασφαλισμένους του κλάδου III.
Η ΑΕΔΑΚ ως πωλητής Α/Κ δεν μπορεί να πουλήσει ασφαλιστικά προϊόντα, εκτός αν είναι πιστοποιημένος Ασφαλιστικός Διαμεσολαβητής Η πρόβλεψη του ν. 4099/ 2012[37] ότι η ΑΕΔΑΚ μπορεί να πουλάει/διανέμει Α/Κ μέσω ΑσφΕ, δεν ερμηνεύεται ότι μπορεί η ΑσφΕ να το κάνει αυτοτελώς, αλλά ότι, όταν οι ΑσφΕ πωλούν ασφαλιστικό προϊόν του κλάδου III που συνδέεται με μερίδια Α/Κ, θα πρέπει να ζητούν από τον υποψήφιο να τους παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις, την εμπειρία και τον κίνδυνο που είναι διατεθειμένος να αναλάβει αναφορικά με την επένδυση, προκειμένου να εκτιμήσουν κατά πόσον ο ΟΣΕΚΑ είναι κατάλληλος για τον μεριδιούχο[38]. Εφόσον την επενδυτική επιλογή του αμοιβαίου την έχει η ΑσφΕ, έχει και πρόσθετες ευθύνες ως προς την ελαχιστοποίηση του επενδυτικού κινδύνου.
Πρόκειται για θεσμοποιημένη συνεργασία ΑσφΕ και ΑΕΔΑΚ σε συνδεδεμένο μεικτό προϊόν, αλλά μόνο για τις ανάγκες της πώλησης, χωρίς αλλοίωση του ασφαλιστικού και του επενδυτικού στοιχείου που περιέχουν.
Τραπεζοασφάλιση
- Μη ρυθμισμένη συνεργασία πιστωτικών ιδρυμάτων και ΑσφΕ είναι η λεγόμενη «τραπεζοαοφαλιστική». Η Τραπεζοασφάλιση παρουσιάζει θέματα περιορισμού του ανταγωνισμού, καθόσον με την σύμβαση συνεργασίας η ΑσφΕ μπορεί να δεσμευτεί ότι δεν θα στοχεύει σε πελάτες που προέρχονται από πιστωτικά ιδρύματα. Γι’ αυτό, οι πελάτες του πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απευθυνθούν με δική τους πρωτοβουλία στην ΑσφΕ, χωρίς τη μεσολάβηση του πιστωτικού ιδρύματος (που θα χάσει την προμήθεια στη συγκεκριμένη περίπτωση).
Δεσμευτική για τη δραστηριότητα των συμβαλλομένων είναι η ρήτρα αποκλειστικότητας. Η συμφωνία το πιστωτικό ίδρυμα να μην μπορεί να συνεργαστεί με κάποια άλλη ΑσφΕ και η ΑσφΕ να μην μπορεί να αξιοποιήσει το δίκτυο πελατών άλλου πιστωτικού ιδρύματος συνεπάγεται κίνδυνο χαρακτηρισμού αυτής ως κάθετου περιορισμού του ανταγωνισμού[39], αν η ρήτρα δεν σχετικοποιείται με την πρόβλεψη δυνατότητας συνεργασίας με άλλες ΑσφΕ ή πιστωτικά ιδρύματα.
Οι τραπεζοαοφαλιοτικές συμβάσεις μπορούν να διαμορφώνουν ποικίλα σχήματα και θέματα ευθύνης για τα πιστωτικά ιδρύματα. Παραδείγματα τέτοιων σχημάτων είναι τα εξής:
ί. (α) Πώληση ασφαλιστικών προϊόντων από πιστωτικά ιδρύματα, όπου το πιστωτικό ίδρυμα συστήνει στους πελάτες του μία ΑσφΕ, με την οποία συνδέεται με τραπεζοασφαλιστική σύμβαση.
(β) Το πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει στη ρυθμισμένη εργασία της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, οπότε εγγράφεται υποχρεωτικά στο μητρώο ως ασφαλιστικός πράκτορας και υπέχει την ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα.
π. Πώληση, όπως ως άνω υπό i (α), η οποία γίνεται στα πλαίσια συμβατικής υποχρέωσης, που έχει ο πελάτης του πιστωτικού ιδρύματος να ασφαλιστεί. Σε αυτό το σχήμα, γίνεται χρήση της ασφάλισης και ως collateral του πιστωτικού ιδρύματος, (ως το υπό i (β)).
iii. Πώληση ασφαλιστικών προϊόντων σε εκτέλεση υποχρέωσης του δανειολήπτη να ασφαλιστεί σε κινδύνους που επιβάλλει το πιστωτικό ίδρυμα με εξασφαλιστική εκχώρηση του ασφαλίσματος. Η ασφάλιση συνάπτεται μετά από αποδοχή αίτησης ασφάλισης του δανειολήπτη και διέπεται από προπαρασκευασμένους, στερεότυπους ασφαλιστικούς όρους που περιέχει μία σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και ΑσφΕ, που δεν είναι ούτε ομαδικό ασφαλιστήριο, ούτε ασφάλιση για λογαριασμό, αλλά ούτε το πιστωτικό ίδρυμα είναι λήπτης της ασφάλισης. Το πιστωτικό ίδρυμα ενεργεί ως αντιπρόσωπος της ΑσφΕ και κατ’ αποτέλεσμα ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής με όλες σχεδόν τις εντεύθεν ευθύνες που έχει η ΑσφΕ και ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής έναντι του λήπτη της ασφάλισης/ δανειολήπτη.
Πρόκειται για την σημαντικότερη ωφέλεια από την διεύρυνση των συνεργείων στις πωλήσεις, με αντίστοιχη αύξηση των ευθυνών του πιστωτικού ιδρύματος.
Γενική Θεώρηση-Συμπεράσματα
α. Οι ομοιότητες/σύγκλιση των ρυθμίσεων
- Οι ομοιότητες των ρυθμίσεων διευκολύνουν τη συνεργασία μεταξύ των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στις πωλήσεις και όχι το μηχανισμό διαμόρφωσης της παροχής, όπου δεν υπάρχει σύγκλιση των κανόνων. Οι ομοιότητες σε θέματα όπως η προσυμβατική πληροφόρηση και η προειδοποίηση του πελάτη για κινδύνους, ευνοούν τις συνέργειες, την δημιουργία νέων προϊόντων και την αύξηση των εργασιών. Κοινή κινητήριος δύναμη των ρυθμίσεων είναι η προστασία του πελάτη και ιδιαίτερα του καταναλωτή. Η κοινή εποπτική Αρχή υπάρχει για το συντονισμό της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέ[40].
Οι επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες αναφερόμαστε, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ΑΕΔΑΚ όταν ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, δεν έχουν στεγανά μεταξύ τους στην παροχή των υπηρεσιών τους και στην εντεύθεν συνεργασία τους, πλην της ΑσφΕ, η οποία μπορεί να συνεργαστεί μόνο στις πωλήσεις, όπως και οι άλλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις μπορούν να συνεργαστούν στις πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων, με ανά, λογη αύξηση της ευθύνης τους. Η δε ασφάλιση έχει υποστεί “mifidization”, αλλά κυρίως ως προς την παρουσίαση/πώληση ασφαλιστικών προϊόντων, ιδιαίτερα των ρυθμίσεων της NIDD και των IBIPs και PRIIPs/KID.
Οι ρυθμίσεις της ασφάλισης έχουν δεχτεί επιρροή από το καταναλωτικό δίκαιο. Η σύγκλιση των ρυθμίσεων στα θέματα ποιότητας της παροχής (Κανονισμός Products Oversight Governance/ PoG) και προστασίας του δέκτη των προϊόντων αγγίζει μερικές φορές τη συνολική εικόνα του προϊόντος, χωρίς, εντούτοις, να αλλάζει το γενικό συμπέρασμα ότι η σύγκλιση αφορά τις πωλήσεις. Μετά την εισαγωγή της Solvency II, ενσωματώθηκε για πρώτη φορά η εποπτεία των ΑσφΕ στην εποπτεία του συνολικού χρηματοπιστωτικού τομέα (τράπεζες, επενδυτικές επιχειρήσεις), αλλά όλα τα βασικά χαρακτηριστικά των νέων ρυθμίσεων για τις ΑσφΕ εφαρμόζονται αποκλειστικά για αυτές, οι οποίες από πολλές απόψεις διαφέρουν σαφώς από τις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα των επενδύσεων.
β. Εμπόδια που παραμένουν
Αν και το ΙΒΙΡs & το PRII αποτελούν χαρακτηριστικά σημεία συνάντησης του επενδυτικού και του ασφαλιστικού τομέα, η διαφορετική φύση του στοιχείου της ασφάλισης που περιέχουν, από αυτήν της επενδυτικής υπηρεσίας, δεν επιτρέπει τη νομοθετική εξομοίωσή τους με επενδυτικές υπηρεσίες (χωρίς βέβαια αυτό να εμποδίζει τη συνεργεία στις πωλήσεις). Εμπόδιο στη διεύρυνση των συνεργείων συνιστούν οι περιορισμοί στις συνεργασίες των εποπτικών Αρχών των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μεταξύ τους, αλλά και με άλλες Αρχές, όπως η Διεύθυνση Προστασίας του Καταναλωτή και η Επιτροπή Ανταγωνισμού, καθώς και διαφοροποιήσεις των εποπτικών ρυθμίσεων.
Οι εθνικές ρυθμίσεις επαυξάνουν τις απαιτήσεις ως προς τα προσόντα των φυσικών προσώπων που ασκούν τις δραστηριότητες των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και τις πιστοποιήσεις αυτών, αυξάνοντας και τη μεταξύ τους αποστασιοποίηση, με αποτέλεσμα αντίθετο από το ζητούμενο, που είναι η απλοποίηση, η αύξηση των εργασιών και οι ευχέρειες δημιουργίας νέων προϊόντων με εκμετάλλευση των συνεργειών.
γ. Η διαφορετική φύση των υπηρεσιών: όριο στη ρυθμιστική σύγκλιση
Ενώ ο επενδυτής αποβλέπει στην αποκόμιση κέρδους με την επένδυση, ο ασφαλισμένος δεν επιτρέπεται να αποκομίσει κέρδος με την ασφάλιση. Δεν μπορεί ποτέ μια επενδυτική εταιρία ή ένα πιστωτικό ίδρυμα να είναι συγχρόνως και ΑσφΕ, μπορεί όμως να είναι ασφαλιστικός πράκτορας. Αντίστοιχα, μία ΑσφΕ μπορεί να δίνει δάνεια περιορισμένα και με όρους, αλλά δεν μπορεί να είναι συγχρόνως πιστωτικό ίδρυμα. Μόνο η ΑσφΕ επιτρέπεται να μετατρέπει την αβεβαιότητα ως προς το αν απρόσμενο γεγονός θα προκαλέσει οικονομική ζημιά, σε βεβαιότητα πως, αν πραγματοποιηθεί η ζημιά, θα την αποκαταστήσει. Σε αυτήν την επαγγελματική της λειτουργία, που είναι και το θεμέλιο του θεσμού της ασφάλισης, οφείλονται και τα κύρια χαρακτηριστικά τόσο των, ξεχωριστών από τις άλλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, εποπτικών κανόνων λειτουργίας της (απαιτήσεις φερεγγυότητας, τεχνικές προβλέψεις κ.α.), όσο και της βασικής νομοθεσίας που διέπει το προϊόν της.
Αυτή η μοναδικότητα δεν επιτρέπει εξομοίωση των κανόνων ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων με τους κανόνες λειτουργίας των άλλων χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και χρωματίζει διαφορετικά και άλλες ρυθμίσεις. Έτσι, οι κανόνες της Solvency II δεν εξασφαλίζουν μόνο την ποιότητα της παροχής και την προστασία του δέκτη των υπηρεσιών από ασύμφορες επιλογές, αλλά πρωτίστως σκοπεύουν στην εξασφάλιση της ύπαρξης της παροχής, δηλαδή της υλοποίησης της υπόσχεσης κάλυψης. Π.χ η MiFID II δεν εφαρμόζεται σε παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στη μητρική εταιρία, σε μέλη του ΕΣΚΤ κλπ.[41], γιατί από την εφαρμογή των κανόνων της δεν εξαρτάται η υπόσταση της παροχής. Αντίθετα, η Solvency II εφαρμόζεται πάντα, ακόμα και αν ασφαλίζει η ΑσφΕ δικό της αγαθό και οι ελάχιστες εξαιρέσεις αφορούν το πολύ μικρό μέγεθος του κινδύνου/της επιχείρησης. Ρυθμιστικές συγκλίσεις μεταξύ των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μέχρι ταύτιση των κανόνων συμπεριφοράς, παρουσίασης του προϊόντος, αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων κ.λπ., κυρίως μετά την εισαγωγή των NIDD, ΙΒΙΡs, PRIIP/KID, βρίσκονται στο επίπεδο των πωλήσεων, ενώ συγκλίσεις σε οργανωτικά θέματα και στην διακυβέρνηση, δεν αφορούν άμεσα τις πωλήσεις.
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί επεξεργασμένο κείμενο ομιλίας του Ιωάννη Κ. Ρόκα, Ομότιμου Καθηγητή του Εμπορικού Δικαίου,Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Δικηγόρου, που δόθηκε την 4η Οκτωβρίου 2019 στα πλαίσια του 29ου Πανελλήνιου Συνεδρίου του Συνδέσμου Ελλήνων Εμπορικολόγων, το οποίο διεξήχθη στις Σέρρες για τις υποχρεώσεις χρηματοπιστωτικών φορέων και δημοσιεύτηκε στο Νομικό Βήμα στο τεύχος 2 *Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2020.
[1] Οδηγία 2009/138 για την ανάληψη & άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης κ.λπ
[2] Αριθ. 25 άρθρ. 3.
[3] Η ασφαλιστική επιχείρηση ονομάζεται χάριν απλούστευσης χρηματοπιστωτική επιχείρηση, καθ’ ότιχ ρηματοπιστωτικό στοιχείο υπάρχει σε μορφές μακροχρόνιων ασφαλίσεων ζωής (όπου είναι βέβαιο ότι κάποτε θα καταβάλλει ασφάλισμα ο ασφαλιστής), καθώς και στις επενδυτικές ασφαλίσεις που είναι αυτές οι ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επένδυση, κυρίως με χρηματοπιστωτικά μέσα, αλλά κατ’ αρχήν όχι σε άλλα είδη ασφάλισης.
[4] Είναι κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου η συνήθης επιχειρηματική δραστηριότητα είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών/δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση σύμφωνα με την Οδηγία 2014/65 (εφεξής Οδηγία MiFID II) και το ν. 4514/2018 που εναρμόνισε το ελληνικό δίκαιο (εφεξής ν. 4514/2018 MiFID II), άρθρ. 4, παρ. 1, εδ. α’.
[5] Αρθρ. 4, παρ. 1, εδ. β’ του ν. 4514/2018 (MiFID II).
[6] Αρθρ. 2 σημείο 15 της Οδηγίας 2002/87, για την εποπτεία χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων κ.λπ.
[7] Ονομάζεται χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
[8] Είναι, σύμφωνα με το άρθρ. 3 παρ. ιε ν. 4099/2012, οι μετοχές εταιριών και άλλοι τίτλοι που ισοδυναμούν με μετοχές εταιριών, οι ομολογίες, τα ομόλογα και τα λοιπά είδη χρεωστικών τίτλων, καθώς και κάθε άλλος διαπραγματεύσιμος τίτλος που παρέχει δικαίωμα απόκτησης τέτοιων κινητών αξιών με εγγραφή ή με ανταλλαγή, εξαιρουμένων των τεχνικών και μέσων (που αναφέρονται στο άρθρ. 60 του ν. 4099/2012).
[9] Ταξινομημένοι κλάδοι 1-18 (Ζημίες): Ατυχήματα, Ασθένειες, χερσαία οχήματα, σιδηροδρομικά οχήματα, πλοία, μεταφερόμενα εμπορεύματα, πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως, λοιπές ζημίες αγαθών, αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, αστική ευθύνη από αεροσκάφη, αστική ευθύνη από θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη, γενική αστική ευθύνη, πιστώσεις, εγγυήσεις, διάφορες χρηματικές απώλειες, νομική προστασία, Βοήθεια και ταξινομημένοι Κλάδοι I- IX (Ζωή) I Ζωή [1.1. επιβίωση, θάνατος, μικτές, με επιστροφή ασφαλίστρου/1.2, προσόδων/1.3. συμπληρ. ασφαλίσεις στις ως άνω] II γάμος, γεννήσεις, III Ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις, IV Διαρκής ασφάλιση ασθένειας, V Τοντίνες, VI Εργασίες κεφαλαιοποίησης, VII Διαχείριση συλλογικών κεφαλαίων [με ή χωρίς εγγύηση διατήρησης του κεφαλαίου ή ελάχιστης απόδοσης], VII Ασφαλίσεις Γαλλυχού Ασφ. Κωδ., Κλάδος IX Εργασίες Κοινωνικής Ασφάλισης.
[10] Μακροχρόνιες ασφαλίσεις ζωής.
[11] Αρθρ. 36 επ. ν. 4583/18 (εφεξής ΝIDD) (διανομή ασφαλιστικών προϊόντων) και Κανονισμός 2017/2359/ IBIPs.
[12] Κανονισμός 1286/2014/PRIIP, για τον οποίο γίνεται λόγος πιο κάτω.
[13] Βλ. Κλάδο III, ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις.
[14] Η MiFID II δέχεται ότι δεν ταυτίζονται οι κανόνες προστασίας των επενδυτών με των αγοραστών ΙΒΙΡs και γι’ αυτό η ίση προστασία δεν προϋποθέτει ίσες απαιτήσεις.
[15] Αρθρ. 36 επ. ν. 4583/2018 (Οδηγία για τη Διανομή Ασφαλιστικών Προϊόντων, Insurance Distribution Directive, εφεξής NIDD) και Κανονισμοί PRIIPs, KID και IBIPs.
[16] Δεν αφορούν/εισάγουν νέους ασφαλιστικούς κλάδους και οι όσες ρυθμίσεις υπάρχουν (μέχρι στιγμής οι Κανονισμοί IBIPs, PRIIPs και KID που πρωτοεισάχθηκαν στην EE τα τελευταία 2 Viχρόνια, δεν προέρχονται από την νομοθεσία για τις ΑσφΕ, αλλά εισάγονται είτε ανεξάρτητα (PRIIPs, KID), είτε με την νομοθεσία για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τους λοιπούς διανομείς (Οδηγία NIDD και Κανονισμός IBIPs).
[17] Βλ. άρθρ. 24 ν. 4514/2018 (MiFID) σχετικά με τις γενικές αρχές πληροφόρησης των πελατών.
[18] Ο ν. 4099/2012 για τους ΟΣΕΚΑ, θίγει ζητήματα της ασφαλιστικής νομοθεσίας, για τα οποία αρμόδια είναι η ειδική εποπτική Αρχή επί της ιδιωτικής ασφάλισης. Στο άρθρ. 7 παρ. 4 προβλέπει ότι η εταιρία διαχείρισης ή, κατά περίπτωση, η ΑΕΕΜΚ, μπορεί να διαθέτει μερίδια του ΟΣΕΚΑ απευθείας ή/και μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων, εταιριών διαχείρισης, ΑσφΕ, ΕΠΕΥ και Ανώνυμων Εταιρειών Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (εφεξής ΑΕΕΔ). Η ΑσφΕ όμως δεν μπορεί να πουλάει μερίδια ΟΣΕΚΑ, λόγω του ότι κατ’ επιταγή του ενωσιακού δικαίου (που προβλέπεται από το πρώτο σχετικό παράγωγο δίκαιο της δεκαετίας του ’70) έχει αποκλειστικό σκοπό ασφαλιστικές εργασίες και δραστηριότητες ποο προκύπτουν άμεσα απ’ αυτές (σήμερα άρθρ. 18 παρ. 1 εδ. α’ Solvency II) και τέτοια δεν είναι η πώληση μεριδίων Α/Κ. Επίσης, προβλέπει ο ν. 4099/2012 για τους ΟΣΕΚΑ πως στις ασφαλίσεις ζωής μπορεί να συμφωνηθεί ότι η ασφαλιστική αποζημίωση δεν καταβάλλεται σε μετρητά, αλλά i με τη μεταβίβαση στο δικαιούχο μεριδίων ΟΣΕΚΑ (άρθρ. 104). Όμως, ο καθορισμός του μέσου με το οποίο μπορεί να καταβάλει το ασφάλισμα η ΑσφΕ, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της νομοθεσίας των επενδυτικών υπηρεσιών, αλλά αποκλειστικά της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Οι εν λόγω διατάξεις, συναφείς με τις οποίες υπάρχουν διάσπαρτες σε διατάξεις μη εναρμονισμένων νομοθετημάτων, δεν συμβάλλουν στην άμβλυνση 1
[19] Η απόφαση 2/808/7.2.2018 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς περιορίζει το ενωσιακό κείμενο στις ΑΕΠΕΥ, ΑΕΕΔ και έτσι οι ενωσιακές επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν είναι ΑΕΠΕΥ ή ΑΕΕΔ μπορούν να παρέχουν με EE και ΕΠΥ υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω Συνδεδεμένων Αντιπροσώπων, ενώ αποκλείονται οι ελληνυχές, π.χ. ΑΕΔΑΚ που παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες.
[20] Αρθρ. 4 παρ. 29 v. 4514/2018/ ν. 4514/2018 (MiFID II).
[21]Απόφαση 2.808/7.2.2018 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, για τους Συνδεδεμένους Αντιπροσώπους ειδικά και μόνο των ΑΕΠΕΥ και ΑΕΕΔ, άρθρ. 4.
[22] ΓΓΕΕ της ΤτΕ 146.13/7/2018 ειδικά και μόνο για τα πιστωτικά ιδρύματα. Ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων δεν βοηθάει πάντως στην απρόσκοπτη συνεργασία.
[23] Το πιστοποιητικό καταλληλότητας τύπου (β) της κοινής υπ’ αριθ. 17/818/15.5.2018 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς & της ΤτΕ ισοδυναμεί με το «πιστοποιητικό επαγγελματιών γνώσεων επενδυτικών προϊόντων βασισμένων σε ασφάλιση» της ΠΕΕ 153/08.01.2019.
[24] Τούτο γίνεται στις ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις.
[25] Το ελληνικό κείμενο αναφέρει «ιδιώτες επενδυτές», αλλά ο νομοθέτης του Κανονιομού εννοούσε τους μικροεπενδυτές (Kleinanleger).
[26] Βλ. Ι1ΕΕ ΤτΕ 153/08.01.2019.
[27] Λήψη/ διαβίβαση εντολών, διάθεση μεριδίων ΟΣΕΚΑ κ.λπ., Βλ. και Κοινή Απόφ. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς & ΤτΕ 17/818/15.5.18, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς 8/809/21.2.18.
[28] Κοινή Απόφ. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς & ΤτΕ 17/818/15.5.18, Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 8/809/21.2.18. Όπως προαναφέρθηκε, το πιστοποιητικό καταλληλότητας τύπου (β) της κοινής υπ’ αριθ. 17/818/15.5.2018 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς & της ΤτΕ ισοδυναμεί με το «πιστοποιητικό επαγγελματικών γνώσεων επενδυτικών προϊόντων βασισμένων σε ασφάλιση» της Ι ΠΕΕ 153/08.01.2019.
[29] Η MiFID II ρητά εξαιρεί της εφαρμογής της τις αοφε και δεν συγκαταλέγει στα χρηματοπιστωτικά μέσα του τμήματος Γ του Παραρτήματος της I, τα οποία αφορούν οι επενδυτικές δραστηριότητες, ούτε τα IBIPs, ούτε τα PRIIPs. Να σημειωθεί ότι ο ενωσιακός νομοθέτης προβλέπει δύο διαφορετικές έννοιες για το ίδιο προϊόν (IBIPs): Η NIDD (άρθρ. 36-40) τα ονομάζει ασφαλιστικά προϊόντα, ενώ η MiFID II τα ονομάζει υποκατάστατα χρηματοπιστωτικών μέσων αιτ. σκ. 87.
[30] Πρόκειται για τις δραστηριότητες λήψης/διαβίβασης εντολών, εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών, επενδυτικές συμβουλές, διαχείρισης χαρτοφυλακίου, έρευνα επενδύσεων και χρηματοοικονομική ανάλυση, διάθεση μεριδίων ή μετοχών ΟΣΕΚΑ ή άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, εκκαθάριση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων (άρθρ. 93 ν. 4514/2018).
[31] Επειδή το γράμμα της διάταξης αντιβαίνει στο σύστημα του δικαίου της εποπτείας, πολλώ μάλλον όταν η NIDD, που εκδόθηκε 3 χρόνια μετά την MiFID II, έχει ειδική ρύθμιση για τα ΙΒΙΡs. Συνεπώς, και γι’ αυτό τον πρόσθετο λόγο, η ως άνω διάταξη θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι καταργήθηκε με την εισαγωγή του ν. 4583/ 2018 (NIDD).
[32] 18/809/21.2.2018.
[33] 17/818/15.5.2018.
[34] Π.δ. 118/1985 (εναρμόνιση με την Οδηγία 1979/267).
[35] Π.δ. 252/1996 (εναρμόνιση με τις ασφαλιστικές
Οδηγίες β’ και γ’ γενιάς).
[36] Ν. 4099/2012.
[37] Αρθρ. 7 παρ.4.
[38] Αρθρ. 7 παρ. 5 ν. 4099/2012.
[39] Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τους κάθετους περιορισμούς, 2010/C 130/01. 1
[40] Το Συμβούλιο Προσφυγών, για το οποίο βλ. Κανονισμό 1094/2010 άρθρ. 58 επ. σχετικά με την ΕΙΟΡΑ, που είναι κοινό όργανο των τριών Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών του χρηματοπιστωτικού τομέα (ΕΙΟΡΑ, ΕΒΑ, ESMA), αποτελεί ένδειξη της σύγκλισης των ευρωπαϊκών κανόνων που διέπουν τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα (τράπεζες, ΑσφΕ και επενδυτικές υπηρεσίες), καθόσον εισάγει ίδιους διαδικαστικούς κανόνες για τις επιχειρήσεις αυτές.
[41] Άρθρ.. 3 ν. 4514/2018 (MiFID Π).
